Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Η Πρόθεση της Καταδίκης


Αν ο διάβολος υπήρχε, πράγματι θα είχε πολλά ποδάρια κατά το λαϊκό ρητό. Και καμιά φορά, άμα τύχει κι ένα από αυτά σπάσει, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι κακουργηματική πράξη, ίσως κι ανθρωποκτονία. Όμως η πρόθεση, ένα συστατικό στοιχείο καθοριστικό για την έκταση της ποινής, είναι μια έννοια ρευστή, γιατί αντίθετα με το αποτέλεσμα της εγκληματικής ενέργειας ή -εν μέρη- τις αντικειμενικές συνθήκες, δεν είναι ορατή, δεν είναι μετρήσιμη.

Είναι πάνω σ' αυτό το στοιχείο που στηρίζεται, αν όχι κάθε φορά τις πλείστες, η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Γιατί ο νομοθέτης, αναγνωρίζοντας την επίδραση του παραλόγου, της τύχης και των συμπτώσεων, στην ανθρώπινη μοίρα, τιμωρεί επιεικέστερα τα εγκλήματα εξ αμελείας ή άνευ προθέσεως. Οπότε και όπου υπάρχει αξιόποινη πράξη, ο υπαίτιος καλείται να πληρώσει ανάλογα της πραγματικής και της προσδοκώμενης ζημιάς καθώς και των περιστάσεων. Όταν η προσδοκία για καταστροφή απουσιάζει, η επιβαλλόμενη ποινή από το δικαστήριο οφείλει να είναι η ελάχιστη. Σ' αυτήν της τη παρουσία/απουσία είναι που περιστρέφεται το νομικιστικό παιχνίδι.

Η περίπτωση του Robert Farquharson είναι παραδειγματική. Αφού εξέτισε δύο περίπου χρόνια προφυλακιστέος και άλλα τόσα σε κάθειρξη για ένα έγκλημα που εμπίπτει σε τομείς ισχυρά απεχθείς στο κοινωνικό φαντασιακό, αυτών της τεκνοκτονίας και των εγκλημάτων πάθους, κάτι που εξυπηρετούσε τα μέγιστα το βαθμό θεαματικότητας της υπόθεσης καθώς και τα χαρακτηριστικά του ρόλου του δολοφόνου, αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση μόλις την περασμένη Δευτέρα. Κι ο λόγος: η υπεράσπιση διέψευσε την απόδειξη παρουσίας προθέσεως αναγκάζοντας ομόφωνα τους δικαστές να εξαγγείλουν την επιλογή της εγγύησης.

Είναι αναμενόμενο το γεγονός αυτό να "θίγει" το αίσθημα φυσικού δικαίου του κοινού, όπως άλλωστε φάνηκε από τα αυστραλιανά μέσα ενημέρωσης. Είναι όμως αντικειμενικά άδικο αυτό που συνέβη; Ξεγλίστρησε ο Ferquharson από τη Δικαιοσύνη μέσα από ένα παραθυράκι του νόμου; Το αποδεικτικό στοιχείο της πρόθεσης ήταν μια εξ ακοής μαρτυρία μιας συζήτησης, χωρίς τρίτους παρόντες, μήνες πριν το συγκεκριμένο περιστατικό. Ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει πως ήθελε να εκδικηθεί την πρώην σύντροφό του "παίρνοντας απ' αυτήν ό,τι πολυτιμότερο έχει". Στη δίκη, το υπονοούμενο αυτό χρησιμοποιήθηκε στο να στηρίξει την κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης, υπονοώντας πως "ό,τι πολυτιμότερο" έχει μια μάνα είναι τα παιδιά της. Καταρρίπτοντας τη μαρτυρία αυτή, η ύπαρξη πρόθεσης εξαφανίζεται αφήνοντας υπόνοιες το συμβάν να πρόκειτο για ατύχημα.

Εγείρονται τώρα εντελώς διαφορετικά ερωτηματικά, ερωτηματικά που όμως δεν εξυπηρετούν τόσο το "εμπόριο φόβου" των ΜΜΕ και γι' αυτό δεν ακούστηκαν ακόμα. Πώς ένα δικαστήριο καταδίκασε σε τρεις φορές ισόβια αποδεχόμενο μια εξ ακοής μαρτυρία ενός υπονοούμενου -σε συνδυασμό βέβαια με άλλα στοιχεία της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου εκείνη τη νύχτα- για ανθρωποκτονία με πρόθεση; Μήπως κατακραυγή της κοινής γνώμης και των ΜΜΕ παρέσυρε το δικαστήριο στη λήξη λανθασμένης ή πιο τιμωρητικής απόφασης; Αν αυτό αληθεύει, πώς ξεπληρώνονται τέσσερα και πλέον χρόνια στέρησης της ελευθερίας, ισόβιου στιγματισμού και ψυχικής οδύνης;

Σημειώστε πως η ίδια η μητέρα των θυμάτων πίστευε από την αρχή την αθωότητα του πρώην συζύγου της και στάθηκε, όπως και στην φωτογραφία, στο πλάι του καθ' όλη αυτή τη διάρκεια.

*Η φωτογραφία από τη Herald Sun .au

Δεν υπάρχουν σχόλια: